Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

SEPPUKU - Το τελετουργικό της αυτοκτονίας




«Όπως ένα απολιθωμένο δένδρο

Μόνο δυστυχία υπήρξε η ζωή μου.»


Με αυτούς τους δύο στίχους, πληγωμένος στο γόνατο από εχθρικό βέλος και μην έχοντας ελπίδα διαφυγής, ο γενναίος 70χρονος YOTRIMASA, αφού έστρεψε το βλέμμα του προς την Δύση, προς την Αγνή Χώρα του Βουδδισμού, προσευχήθηκε στον Βούδδα και όπως μας αφηγείται το HEIKE MONOGATARI : “Λέγοντας αυτά τα λόγια έμπηξε τη λεπίδα στην κοιλιά του, έσκυψε βαθιά καθώς το σπαθί τον διαπερνούσε και πέθανε. Η δημιουργία ενός ποιήματος τέτοια στιγμή, είναι πραγματικά πράξη ενός σπάνιου ανθρώπου".


Σύμφωνα με πολλούς μελετητές, αυτό ήταν το πρώτο δείγμα SEPPUKU στην Ιαπωνική ιστορία. Αναμφίβολα προυπήρξαν και άλλα περιστατικά SEPPUKU, αλλά αυτό είναι το πρώτο το οποίο εκτελέστηκε με τέτοια λεπτότητα, ώστε χρησίμευσε σαν υπόδειγμα του ευγενέστερου τρόπου, με τον οποίο ένας ηττημένος Σαμουράι μπορούσε να αποχαιρετήσει τη ζωή του.


Η λέξη SEPPUKU αποτελεί την προφορά δύο κινέζικων χαρακτήρων, οι οποίοι αντίστροφα διαβάζονται HARA-KIRI. Η λέξη HARA-KIRI σημαίνει στην κυριολεξία "κόψιμο, άνοιγμα της κοιλιάς". Οι Ιάπωνες δεν αρέσκονται στο να χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο για τον προσδιορισμό της συγκεκριμένης πράξης (παρ' όλο που είναι ακριβώς αυτό που λέει). Η διαφορά έγκειται στο γεγονός, ότι η λέξη HARA-KIRI θεωρείται πολύ ωμή και βάρβαρη, αντίστοιχη τής Δυτικής έκφρασης "τίναξε τα μυαλά του", ενώ η λέξη SEPPUKU προσδιορίζει κάτι ανώτερο από ένα "ξεκοίλιασμα", όπως το τελετουργικό της πράξης και τους ανώτερους λόγους που οδήγησαν σε αυτήν. Χαρακτηριστικά αναφέρεται, ότι η πράξη αυτή περιγράφεται από τους Ιάπωνες ως RIPPA (μεγαλοπρεπής, εξαίσιος, λαμπρός) και ως MIGOTO (όμορφη, εντυπωσιακή πράξη).


Άλλες λέξεις με την ίδια σημασία, είναι και οι KAPPUKU (κυριολεκτικά: άνοιγμα της κοιλιάς) και TSUMEBARA (παραγεμισμένη κοιλιά).


Επίσης, η σημασία της λέξης HARA-KIRI έχει δύο διαφορετικές ερμηνείες. Η μία είναι η θανατική ποινή και η άλλη η αυτοκτονία. Στην εποχή της φεουδαρχικής Ιαπωνίας των Σαμουράι, εθεωρείτο τιμητικό να αυτοκτονήσει κανείς κατά τη διάρκεια μιας μάχης ή μετά από αυτήν, προκειμένου να μην πέσει στα χέρια των εχθρών του.


Οι λόγοι οι οποίοι οδηγούσαν έναν Σαμουράι στην αυτοκτονία, ήταν πάρα πολλοί. Οι σημαντικότεροι όμως από αυτούς, είναι:

1) Το SEPPUKU επεβάλλετο από τον ανώτερο άρχοντα στον υποτελή του, ως τιμωρία για κάποιο παράπτωμα ή παράλειψη και αυτός ίσως είναι και ο συνηθέστερος λόγος στην Ιαπωνική ιστορία.

2) Η αιχμαλωσία, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, εθεωρείτο ταπείνωση και ντροπή. Οι νικητές με σεβασμό και τιμή, επέτρεπαν στους ηττημένους να αυτοκτονήσουν, με σκοπό να σώσουν την υπόληψή τους και να ξεπλύνουν την ντροπή.

3) Το SEPPUKU μπορούσε να είναι μια εντελώς εθελοντική πράξη διαμαρτυρίας, για κάτι που ο αυτόχειρας θεωρούσε άδικο. (Η αυτοπυρπόληση που έχει παρατηρηθεί κατά καιρούς, σαν μέσον διαμαρτυρίας για μία αδικία, είναι μια πράξη που μπορούμε να την παραλληλίσουμε με το SEPPUKU).

4) Όλοι οι Σαμουράι εγεννούντο με ένα χρέος. Προς τους προγόνους τους, τους γονείς που τους έφεραν στον κόσμο, τον αυτοκράτορα σαν τον ανώτατο πατέρα τους και τελικά προς τον άρχοντά τους. Το κληρονομικό αυτό χρέος λέγεται ON και ήλεγχε σε πολύ μεγάλο βαθμό τη ζωή του Σαμουράι. Οι δομές των κοινωνικών υποχρεώσεων και του χρέους του Σαμουράι, Κομφουκιανικής κατά μεγάλο βαθμό προέλευσης, ανάλογα με τον βαθμό του και την ηλικία του, υπόκειντο σε διαφορετικούς κανόνες και ήταν απίστευτα πολύπλοκες. Το πρόβλημα όμως με αυτές τις υποχρεώσεις, είναι ότι πολλές φορές αλληλοσυγκρούονται. Τι γίνεται λοιπόν στην περίπτωση π.χ. που το χρέος προς τον άρχοντα, συγκρούεται με το χρέος προς τους γονείς; Το χειρότερο όμως είναι, όταν η σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών υποχρεώσεων, έχει απάνθρωπο αποτέλεσμα. Η Ιαπωνική ιστορία βρίθει περιστατικών, όπου οι γονείς αναγκάστηκαν να σκοτώσουν τα παιδιά τους για να σώσουν τον άρχοντά τους ή να πουλήσουν τις κόρες τους σε οίκους ανοχής, για να ξεπληρώσουν ένα χρέος. Αυτή η σύγκρουση μεταξύ GIRI (καθήκον) και NINJO (απανθρωπιά), είναι ένας από τους βασικότερους λόγους SEPPUKU.

5) Στην Ιαπωνική ιστορία αναφέρονται και αρκετές περιπτώσεις SEPPUKU, με σκοπό ο υποτελής Σαμουράι να προκαλέσει την προσοχή του αφέντη του σε κάποια παράληψή του ή κάποιο σφάλμα του, όπως στην περίπτωση ενός από τους πλέον υψηλόβαθμους επιτελείς του ODA NOBUNAGA, ο οποίος αυτοκτόνησε για να προκαλέσει την προσοχή του σε κρατικές υποθέσεις, τις οποίες είχε εντελώς παραμελήσει.

6) Μια άλλη μορφή αυτοκτονίας, ομαδικής αυτήν την φορά, είναι το JUNSHI. Μετά τον θάνατο σε μάχη ή από φυσικά αίτια ενός άρχοντα, οι υποτελείς Σαμουράι πολλές φορές ακολουθούσαν τον αφέντη τους στον άλλο κόσμο, σε μια πρωτοφανή ένδειξη απόλυτης αφοσίωσης τους προς αυτόν. Η απόλυτη αφοσίωση αυτή του Σαμουράι προς τον άρχοντά του, είναι η κορωνίδα των αρετών του. Το φαινόμενο όμως αυτό κάποια στιγμή άρχισε να παίρνει διαστάσεις επιδημίας και ανησύχησε τόσο τον SHOGUN TOKUGAWA IEYASU (την μεγαλύτερη ίσως μορφή της φεουδαρχικής Ιαπωνικής ιστορίας), που τον ανάγκασε να εκδώσει ειδικό διάταγμα απαγόρευσης, με την απειλή ταπείνωσης και εκτέλεσης των οικογενειών των αυτοκτονούντων. Ο λόγος είναι προφανής, διότι βέβαια με το JUNSHI, εστερούντο οι διάδοχοι των αρχόντων από πολύτιμους και άξιους εμπιστοσύνης υποτελείς.


Αναρωτιέται κανείς, γιατί κάποιος να αυτοκτονήσει με αυτόν τον συγκεκριμένο και τόσο επώδυνο τρόπο; Από τα πολύ αρχαία χρόνια, οι Ιάπωνες πιστεύουν ότι το πνεύμα και η ψυχή του ανθρώπου, κατοικούν στην κοιλιακή χώρα. Στην Ιαπωνική γλώσσα, στην οποία η λέξη HARA σημαίνει κοιλιά αλλά και κουράγιο, αίσθημα, ισχύς, αντίληψη, ιδέα, υπάρχουν πολλές εκφράσεις που το επιβεβαιώνουν. Όταν κάποιος είναι δυνατός και θαρραλέος, λένε "HARA-GA SUWATTEIRU" ότι δηλαδή η κοιλιά του είναι σταθερή. Όταν δύο άτομα γίνουν στενοί φίλοι, λένε "HARA-O WARU" δηλαδή κόβω την κοιλιά και την ανοίγω, γίνομαι ειλικρινής, ντόμπρος (όπως εμείς λέμε "ανοίγω την καρδιά μου"). Όταν βλέπουν κάποιον που "το λέει η καρδιά του", λένε "HARA-GA FUTOI" ότι δηλαδή η κοιλιά του είναι μεγάλη και δυνατή.


Έτσι λοιπόν, όταν ο 70χρονος YOTRIMASA άνοιξε την κοιλιά του, αυτό που έκανε στην ουσία, ήταν να απελευθερώσει το πνεύμα του και την ψυχή του. Για την Δυτική νοοτροπία, η πράξη του SEPPUKU είναι ακατανόητη και ίσως βάρβαρη. Για τους Σαμουράι, ήταν ένας τρόπος να δείξουν στους άλλους την γενναιότητά και την αφοσίωσή τους. Το σώμα του αυτόχειρα μπορεί να πέθαινε αλλά το πνεύμα του απελευθερωνόταν και ζούσε αιώνια για να τον θυμούνται.


Σε όλες γενικά τις εκδηλώσεις τους, οι Ιάπωνες είναι λάτρεις της εθιμοτυπίας και του τελετουργικού τρόπου. Το SEPPUKU δεν αποτελούσε εξαίρεση. Ενώ κατά τη διάρκεια της μάχης δεν υπήρχαν τα χρονικά περιθώρια για την πιστή τήρηση των κανόνων, όταν αυτά το επέτρεπαν, όπως στην περίπτωση που οριζόταν ημερομηνία εκτέλεσης, τα πάντα ακολουθούσαν σχολαστικές διαδικασίες. Από τα ρούχα που έπρεπε να φοράει ο μελλοθάνατος (κατάλευκο μεταξωτό ή βαμβακερό κιμονό), μέχρι το σημείο του ορίζοντα που έπρεπε να αντικρίζει (δυτικά ή βόρεια), όλα ήταν σχολαστικά προμελετημένα. Το εγχειρίδιο ( TANTO ) με το οποίο θα έκανε SEPPUKU είχε συγκεκριμένες διαστάσεις, όλα τα αντικείμενα που υπήρχαν γύρω από τον μελλοθάνατο, έπρεπε να είναι τοποθετημένα αντίθετα από την κανονική τους θέση, ανάποδα ή μέσα-έξω. Όταν τελικά έφθανε η στιγμή, ο Σαμουράι γύμνωνε τον κορμό του, τοποθετούσε τα μανίκια κάτω από τα γόνατά του, ώστε να μην πέσει πίσω κατά την εκτέλεση (κατά τον κώδικα του BUSHIDO, οι υψηλόβαθμοι Σαμουράι έπρεπε να πέφτουν εμπρός, ώστε να μην αποκαλύπτεται η νεκρική τους όψη) και κρατώντας το TANTO σταθερά, το έμπηγε στο υπογάστριο από αριστερά προς τα δεξιά και κατόπιν διαγώνια προς το συκώτι. Υπήρχαν 5 επίσημοι τρόποι να χειριστεί ο Σαμουράι το TANTO: 1)Οριζόντιο μονό κόψιμο, 2) οριζόντιο διπλό κόψιμο, 3) οριζόντιο τριπλό κόψιμο, 4) οριζόντιο κάθετο κόψιμο και 5) κόψιμο που ακολουθούσε το σχέδιο του εμβλήματος της φυλής του.


Τα πολύ παλιά χρόνια, οι Σαμουράι αυτοκτονούσαν αβοήθητοι, υποφέροντας ένα θάνατο αργό και τρομερά επώδυνο. Έτσι, κάποια στιγμή καθιερώθηκε ο KAISHAKU ή KAISHAKUNIN, ο οποίος ήταν βοηθός του μελλοθανάτου, διαλεγμένος συνήθως μέσα από το στενότερο περιβάλλον του και οπωσδήποτε δεξιοτέχνης στη χρήση του σπαθιού, του οποίου το καθήκον ήταν να αποκεφαλίσει τον Σαμουράι τη στιγμή που έμπηγε το TANTO στην κοιλιά του, ώστε ο θάνατός του να είναι λιγότερο οδυνηρός.


Πολλοί Σαμουράι, τις τελευταίες τους απελπισμένες στιγμές, εύρισκαν το θάρρος και τη διαύγεια να γράψουν μερικούς στίχους σε ένα κομμάτι χαρτί ή ακόμα και στη βεντάλια τους, στη διάρκεια της μάχης. Οι Σαμουράι αυτοί ονομάζονταν MAKOTO, όρος που σημαίνει "αγνή καρδιά" ή "αγνός σκοπός", διότι πίστευαν στην αγνότητα τού σκοπού τους, άσχετα από λογική και αιτία. Πολλά από αυτά τα ποιήματα γράφτηκαν κάτω από ιδιαίτερα ακραίες συνθήκες, μέσα στην οχλαγωγή της μάχης, στο έπακρο σημείο προ της οδυνηρής ήττας. Οι ήρωες πολεμούν τις περισσότερες φορές για έναν, εκ των προτέρων, χαμένο σκοπό. Όσο πιο δυσπρόσιτος είναι ο σκοπός, τόσο πιο αγνά φαίνονται να είναι τα κίνητρα. Για τον λόγο αυτόν, αυτά τα ποιήματα λατρεύονται από τον Ιαπωνικό λαό, σαν πολύτιμα πετράδια αγνότητας.


Ένα από τα ομορφότερα, δυστυχώς ανώνυμο, ποιήματα είναι αυτό:

«Η ομορφιά του κόσμου δεν διαρκεί

Υπερήφανος στον θάνατο όσο ακόμα είμαι νέος και όμορφος

Πριν το πρόσωπό μου μαραθεί σαν τα λουλούδια.»


Ο Σαμουράι IMAI όταν έμαθε ότι οι εχθροί σκότωσαν τον άρχοντά του, αποσύρθηκε από τη μάχη και αφού έγραψε τις λίγες αυτές σειρές:


«Σταθείτε μάρτυρες! Και κοιτάξτε, άνδρες από την Ανατολή

Διδαχθείτε από την πράξη μου

Πώς ο μεγαλύτερος πολεμιστής της Ιαπωνίας

Αντιμετωπίζει τον θάνατο!»,


τοποθέτησε το σπαθί του μέσα στο στόμα του και βούτηξε με το κεφάλι στο χώμα, πηδώντας από το άλογό του.


Το SEPPUKU λοιπόν, με την ευρεία του έννοια, δεν είναι μόνο το κόψιμο της κοιλιάς αλλά εκδηλωνόταν και με διαφορετικούς τρόπους και δεν είναι φαινόμενο που παρατηρείται μόνο στην εποχή των Σαμουράι. Οι γνωστοί σε όλους μας KAMIKAZE, οι αεροπόροι που πίνοντας δηλητηριασμένο SAKE και με καύσιμα που έφθαναν μόνο για να πετάξουν μέχρι τα αμερικανικά πλοία και να πέσουν επάνω τους για να τα βυθίσουν, εκτελούσαν μια μορφή SEPPUKU. 2519 αξιωματικοί του ναυτικού πέθαναν με αυτόν τον τρόπο. Μερικοί από αυτούς, δεν ήταν πάνω από 13 χρονών. Ο αντιναύαρχος TAKIJIRO OHNISHI υπεύθυνος για αυτήν την τραγωδία, στις 15 Αυγούστου 1945, έκανε SEPPUKU. Αρνήθηκε την βοήθεια KAISHAKU και ιατρική περίθαλψη. Πέθανε στις 16 Αυγούστου, στις 6 το πρωί.


Στις 25 Νοεμβρίου 1970, ο παγκοσμίου φήμης συγγραφέας YUKIO MISHIMA, ετών 45, υποψήφιος αρκετές φορές για το Νόμπελ λογοτεχνίας, γνωστός για την εθνικιστική του ιδεολογία, εισέβαλλε με 4 συντρόφους του στο αρχηγείο του Υπουργείου Στρατιωτικών της Ιαπωνίας, στο κέντρο του Τόκιο, μέρα μεσημέρι στις 12:30. Οπλισμένοι με KATANA, "εξουδετέρωσαν" κάθε αντίσταση που προέβαλλαν οι φρουροί και αιχμαλώτισαν τον Στρατηγό MASHITA μέσα στο γραφείο του. Αναγκάζοντας τον Στρατηγό, με το σπαθί στον λαιμό του, να διατάξει άμεσο προσκλητήριο, ο MISHIMA απηύθηνε έκκληση στους 2.000 συγκεντρωμένους στρατιώτες να ξαναγυρίσουν στα ιδανικά των προγόνων τους. “Ο φιλειρινισμός είναι απειλή για το έθνος μας” βροντοφώναζε ο MISHIMA, μόνο για να αντιμετωπίσει το γιουχάισμα των συγκεντρωμένων στρατιωτικών. Λίγο αργότερα, το κεφάλι του έπεφτε κομμένο από τον βοηθό του, μπροστά στον αποσβολωμένο στρατηγό. Πριν από 4 ώρες είχε παραδώσει στον εκδότη του το 3.000 σελίδων χειρόγραφο, του τελευταίου και τελειότερου έργου του "THE SEA OF FERTILITY" (Η θάλασσα της γονιμότητας).


Η ιστορία της Ιαπωνίας βρίθει από περιστατικά ανδρών και γυναικών που αυτοκτόνησαν με SEPPUKU, προνόμιο αποκλειστικό της άρχουσας στρατιωτικής τάξης των Σαμουράι. Για τον Δυτικό κόσμο, στον οποίο η αυτοκτονία θεωρείται θανάσιμο αμάρτημα, αυτή η θρησκευτική ευλάβεια προς τον θάνατο, σαν το αποκορύφωμα της ζωής ενός ατόμου, φαίνεται παράξενο, αν όχι και παράλογο. Όμως για τον κώδικα τιμής του BUSHIDO, αντιπροσωπεύει την υψηλότατη αφοσίωση, το ύστατο και πιο σπουδαίο χρέος, που οφείλει κάποιος να ξεπληρώσει. Το καθήκον του Σαμουράι, το GIRI, δεν βασίζεται στη λογική ή στο αίτιο ή στο ποιός έχει δίκιο ή άδικο αλλά σε κάτι τελείως διαφορετικό, που ονομάζεται IJI O HARU, που μπορεί να μεταφρασθεί σαν «να επιμένεις σε αυτό που πιστεύεις» ή «να δείχνεις τη δύναμη της ειλικρίνειας των πεποιθήσεών σου». Άσχετα με το αν η θέση που παίρνει κανείς και τα πιστεύω του είναι λανθασμένα ή αβάσιμα, είναι η αγνότητα των κινήτρων αυτό που μετράει.



ΠΗΓH:

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

Κομφούκιος ( 28/09 Γενέθλια Ημέρα )

O Κομφούκιος 孔夫子, Κονγκ Φούτζι ή Κ'ουνγκ-φου-τζου, κυρ. "Διδάσκαλος Κονγκ", 28 Σεπτεμβρίου, 551 - 479 Π.Κ.Ε.) υπήρξε διάσημος κινέζος διανοητής και κοινωνικός φιλόσοφος, οι διδασκαλίες και η φιλοσοφία του οποίου επηρέασαν βαθιά τη ζωή και τη σκέψη της Ανατολικής Ασίας. Υπήρξε ιδρυτής της Σχολής Ρου (Ru) της κινεζικής σκέψης. Οι διδασκαλίες του, όπως διατηρήθηκαν στα Ανάλεκτα, έθεσαν τα θεμέλια πολλών μεταγενέστερων κινέζικων απόψεων για την εκπαίδευση και την συμπεριφορά του ιδανικού άνδρα, πώς ένα τέτοιο άτομο θα πρέπει να ζει τη ζωή του και να αλληλεπιδρά με τους άλλους, και τα σχήματα της κοινωνίας και της διακυβέρνησης στα οποία θα πρέπει να συμμετέχει. Ο Fung Yu-lan, μια από τις μεγάλες αυθεντίες του 20ου αιώνα για την ιστορία της κινεζικής σκέψης, συγκρίνει την επιρροή του Κομφούκιου στην κινεζική ιστορία με εκείνη του Σωκράτη στη Δύση. Θεωρείται ηγετική μορφή του Κομφουκιανισμού.
Στα δεκαπέντε μου κυριεύτηκα από την επιθυμία να μελετήσω, στα τριάντα στάθηκα στα πόδια μου, στα σαράντα δεν είχα πια αμφιβολίες, στα πενήντα γνώριζα την Ουράνια εντολή, στα εξήντα το αυτί μου είχε ασκηθεί να την ακούει, στα εβδομήντα μπορούσα να ακολουθώ ό,τι επιθυμούσε η καρδιά μου χωρίς να παραβαίνω τους κανόνες. — Ανάλεκτα, 2.4
Οι πηγές για τη ζωή του Κομφούκιου είναι μεταγενέστερες και σε πολλές περιπτώσεις δε διαχωρίζουν τη φαντασία από την πραγματικότητα. Συνεπώς τα περισσότερα από όσα γνωρίζουμε για τη ζωή του θεωρούνται περιβεβλημένα την αχλύ του μύθου. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ζε Μα Τσιεν, ο Κομφούκιος γεννήθηκε το 551 π.Χ. (220 έτος του Δούκα Σιάγκ), στη μικρή πόλη Λου της χερσονήσου Σαντόνγκ στη βορειοανατολική Κίνα. Εκείνη την εποχή, η Κίνα ήταν χωρισμένη σε μικρά κρατίδια, υπολείμματα του ενιαίου βασιλείου Ζου, που κατέρρευσε μετά τις βαρβαρικές εισβολές το 771 π.Χ., τα οποία σπαράσσονταν από εμφύλιες διαμάχες. Με τον καιρό, η επιβίωση γινόταν όλο και δυσκολότερη, ειδικά για την τάξη των Σι (shi) ("ακόλουθοι ευγενών" ή "ιππότες"), από όπου προερχόταν και ο ίδιος ο Κομφούκιος. Οι ηγεμόνες των διάφορων κρατιδίων άρχισαν να στηρίζονται στους διορισμένους διοικητές παρά στους τιμαριούχους ευγενείς ώστε να διοικούν τα εδάφη τους, αυτή η κατάσταση αποστέρησε τους Σι των προνομίων τους οδηγώντας τους στην παρακμή. Παρά ταύτα η γνώση των αριστοκρατικών παραδόσεών, τους βοήθησε να παραμείνουν πολύτιμοι για τους ανταγωνιζόμενους βασιλείς, οι οποίοι επιθυμούσαν να μάθουν τον τρόπο να επανακτήσουν την ενότητα που είχε επιβάλει ο Ζου ενώ επεδίωκαν να τον μιμηθούν με την αντιγραφή τυπικών και τελετουργικών της έκπτωτης δυναστείας.
Σε μικρή ηλικία, περίπου 3 ετών, ο Κομφούκιος έχασε τον πατέρα του και ορφανός αντιμετώπισε το φάσμα της ένδειας. Δεν είναι γνωστό πού έλαβε την εκπαίδευσή του, αλλά η παράδοση μεταφέρει ότι σπούδασε τελετουργική με τον ταοϊστή δάσκαλο Λάο Νταν, μουσική με τον Τσανγκ Χονγκ, και βάρβιτο με το μουσικοδιδάσκαλο Ξιάνγκ. Στα δεκαεννέα του χρόνια ήταν ήδη παντρεμένος αποκτώντας από αυτό το γάμο ένα γιο και δύο κόρες. Αμέσως μετά το γάμο του εργάστηκε για την οικογένεια Κι, της οποίας η δικαιοδοσία περιλάμβανε την περιοχή Τσόου, πρώτα ως επιμελητής των αποθηκών, και έπειτα ως επιθεωρητής των κήπων και των βοσκών. Στα 22 του ξεκίνησε να διδάσκει παιδιά αριστοκρατικών οικογενειών ως οικοδιδάσκαλος. Σταδιακά φέρεται να δημιουργείται γύρω του μια ομάδα ακολούθων τους οποίους διδάσκει ενώ ταυτόχρονα αφιερώνεται στην πολιτική επιστήμη. Ο αριθμός των μαθητών του ποικίλει με τις πιο υπερβολικές μαρτυρίες να αναφέρονται σε τρεις χιλιάδες. Το πιθανότερο άθροισμα ακολούθων εγγίζει τους εβδομήντα ή εβδομήντα δύο, αν και οι δύο αριθμοί αποτελούν πιθανή ηλικία θανάτου του Κομφουκίου και μπορεί να δίνονται συμβολικά. Στα 517 π.Χ. επισκέφθηκε την πρωτεύουσα του βασιλείου μαζί με δύο μαθητές του. Εκεί μελέτησε τους θησαυρούς της βασιλικής βιβλιοθήκης, καθώς και μουσική, που είχε καλλιεργηθεί σε υψηλό επίπεδο στην Αυλή. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ζε Μα Τσιεν, τότε συνάντησε και συνομίλησε με τον Λάο Τσε, πατέρα του Ταοϊσμού.
Στην ηλικία των πενήντα, όταν στο θρόνο βρισκόταν ο Ντινγκ της Λου, αναγνωρίστηκαν οι ικανότητες του και διορίστηκε Υπουργός δημόσιων έργων και ακόλουθα Υπουργός Δικαιοσύνης. Κατά τα φαινόμενα ο Κομφούκιος προσέβαλε κάποια μέλη της αριστοκρατίας της Λου και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη θέση του και να οδηγηθεί στην εξορία.

Το Βιβλίο X των Αναλέκτων περιέχει προσωπικές παρατηρήσεις για το πώς συμπεριφερόταν ο Κομφούκιος ως στοχαστής, δάσκαλος και αξιωματούχος. Παραδοσιακά, θεωρείται ότι παρέχει ένα πορτραίτο του Κομφούκιου και συνήθως διαβάζεται ως βιογραφικό σκιαγράφημα. Οι περισσότεροι σχολιαστές θεωρούν πως αποτελούσε ένα εγχειρίδιο τελετικών επιταγών προς τους ευγενείς που αργότερα ενσωματώθηκε στα Ανάλεκτα, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται αν το πρόσωπο που αναφέρεται είναι πράγματι ο Κομφούκιος. Τα παρακάτω χωρία είναι ενδεικτικά:
«Ο Κομφούκιος, στο σπίτι και στο χωριό του ήταν απλός, διστακτικός, σαν να μη μπορούσε να μιλήσει. Στον ναό των Προγόνων και στην Αυλή μιλούσε με άνεση, πρόσεχε όμως πολύ τα λόγια του». (Ανάλεκτα, 10.1)
«Στην Αυλή, όταν μιλούσε στους κατώτερους αξιωματούχους ήταν εγκάρδιος, ευθύς• όταν μιλούσε στους ανώτερους αξιωματούχους τυπικός και συγκρατημένος. Παρουσία του πρίγκηπα, σεβαστικά ανήσυχος αλλά κι ατάραχος». (Ανάλεκτα, 10.2).
«Εισερχόμενος στο παλάτι του Δούκα, υποκλίνονταν βαθιά σαν να μην είχε χώρο να περάσει. Όταν σταματούσε, ποτέ δεν έστεκε όρθιος καταμεσής στην Πύλη, ποτέ επίσης, όταν βάδιζε, δεν πατούσε το κατώφλι». (Ανάλεκτα, 10.4)
«Όταν νηστεύει φορά τον λινό Καθαρτήριο Χιτώνα. Όταν νηστεύει δεν τρώει τα ίδια πράγματα, δεν κάθεται στη συνηθισμένη θέση». (Ανάλεκτα, 10.7)
«Όταν στέλνει άνθρωπο, να μάθει νέα για κάποιον σε άλλη χώρα, υποκλίνεται δύο φορές καθώς τον ξεπροβοδίζει». (Ανάλεκτα, 10.11)
«Στο κρεβάτι δεν ξάπλωνε σαν το κουφάρι, στο σπίτι δεν κάθονταν σαν να είχε επισκέπτη. Όταν συναντούσε κάποιον με πένθιμα ρούχα, κι ας του ήταν οικείος, η όψη του άλλαζε [...] Όταν συναντούσε κάποιον σε μεγάλο πένθος, υποκλίνονταν πάνω από το καγκελάκι της άμαξάς του». (Ανάλεκτα, 10.17)
Χωρία των Αναλέκτων όπως αυτά έκαναν τον Κομφούκιο πρότυπο ευγένειας και προσωπικής ευπρέπειας για πολλές γενιές κινέζων αξιωματούχων.

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Murasaki Shikibu

Η Μουρασάκι Σικίμπου (ιαπ. 紫式部, τέλη του 10ου αιώνα στο Κιότο - αρχές του 11ου αιώνα) ήταν συγγραφέας και κυρία της αυτοκρατορικής αυλής στην Ιαπωνία της εποχής Χεϊάν. Είναι η συγγραφέας του Γκέντζι Μονογκατάρι (Ιστορίες του πρίγκηπα Γκέντζι), του πρώτου σημαντικού μυθιστορήματος του απω-ανατολικού κόσμου και αριστουργήματος της κλασικής ιαπωνικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Σήμερα δεν υπάρχει σχεδόν καμία ακριβής πηγή πληφοριών για τη ζωή της Μουρασάκι Σικίμπου και γι' αυτό συχνά μόνο υποθέσεις είναι δυνατές.

Ένα από τα λίγα βάσιμα στοιχεία για τη Μουρασάκι Σικίμπου είναι πως γεννήθηκε στο Χεϊάν-κιό, το σημερινό Κιότο. Ακόμη και το έτος γέννησής της είναι όμως αβέβαιο, σαν υποθέσεις βρίσκει κανείς το 970 (Τενρόκου 天禄 1), το 973 (Τεν'εν 天延 1) ή το αργότερο 978 (Τένγκεν 天元 1). Η Μουρασάκι θα μπορούσε να έχει γεννηθεί τόσο στο σπίτι του πατέρα της, Φουτζιβάρα Ταμετόκι (947 - ;), όσο και σε αυτό του παππού της, καθώς δεν ήταν ασυνήθιστο για μια γυναίκα να επιστρέφει στο σπίτι της οικογένειάς της για τη γέννηση του παιδιού της.
Επίσης άγνωστο είναι αν ο πατέρας της ήταν παντρεμένος με τη μητέρα της, επίσης μέλος των Φουτζιβάρα, καθώς την ίδια εποχή είχε παιδιά με άλλη γυναίκα και η πολυγαμία ήταν διαδεδομένη στα αριστοκρατικά στρώματα της εποχής. Όμως είναι βέβαιο πως η Μουρασάκι είχε δύο αδέρφια, μια μεγαλύτερη αδερφή και το μικρότερο αδερφό Νομπουνόρι (974-1011), κατά τη γέννηση του οποίου η μητέρα τους μάλλον πέθανε.
Φαίνεται να κληρονόμησε τη λογοτεχνική της κλίση από την πλευρά της μητέρας της, αν και από την πλευρά του πατέρα της διαδέχτηκε μια γραμμή δώδεκα προγόνων ιδιαίτερα προικισμένων στη λογοτεχνία και τα γράμματα. Ο προπαππούς της, Φουτζιβάρα Κανεσούκε (877-933), είχε συμπεριληφθεί στο Σαντζούροκασεν (三十六歌仙, Συλλογή έργων 36 ποιητών) και ο πατέρας της ήταν διάσημος για την εξαιρετική του ικανότητα στην κινέζικη γραφή.
Οι λιγοστές πηγές για την παιδική ηλικία της Μουρασάκι προέρχονται από μεμονωμένες αναφορές σε ημερολόγια. Είναι πιθανό να έμενε στο σπίτι του παππού της Ταμενόμπου, μέχρι που αυτός εισήλθε στην τάξη των ιερέων, οπότε και να μετακόμισε στον πατέρα της. Το γεγονός όμως πως κατά την παιδική της ηλικία ο πατέρας της έκανε μαθήματα κινεζικών σπουδών (λογοτεχνία και γραφή) στη Μουρασάκι και τον αδερφό της αποδυναμώνει αυτή την υπόθεση. Εκείνη την εποχή ήταν μάλλον ασυνήθιστο για κορίτσια να λάβουν εκτεταμένη παιδεία. Μια επιφανειακή γνώση λογοτεχνίας και τεχνών θεωρούνταν αρκετή και γι' αυτό το υψηλό επίπεδο παιδείας που έλαβε η Μουρασάκι μέσω των κοινών μαθημάτων με τον αδερφό της ήταν εκτός του κοινωνικού κανόνα.


Το 996 ο πατέρας της Μουρασάκι διορίστηκε διοικητής στην επαρχία Ετσιζέν (σημερινός νομός Φουκούι. Έτσι δόθηκε στη Μουρασάκι η τότε σπάνια ευκαιρία να βγει από την πρωτεύουσα, καθώς ως κόρη καλής οικογένειας της ήταν απαγορευμένα τα ταξίδια αναψυχής.
Ενάμιση χρόνο μετά η Μουρασάκι επέστρεψε στο Κιότο και νυμφεύθηκε το 998 ή 999 τον Φουτζιβάρα Νομπουτάκα (藤原宣孝, 952–1001), έναν εξάδελφο τετάρτου βαθμού, ο οποίος είχε ήδη ενήλικα παιδιά την εποχή του γάμου. Το 999 γεννήθηκε η κόρη της Μουρασάκι, Κατάκο, η οποία έγινε αργότερα γνωστή ως Ντάινι (νο) Σάνμι (大弐三位, 999–1077). Σύμφωνα με μη επιβεβαιωμένες υποθέσεις, η Κατάκο ενδέχεται να ολοκλήρωσε το Γκέντζι Μονογκατάρι μετά το θάνατο της μητέρας της. Το 1001 πέθανε ο σύζυγός της Νομπουτάκα και το φθινόπωρο του ίδιου έτους πιθανώς η Μουρασάκι ξεκίνησε τη συγγραφή του Γκέντζι Μονογκατάρι.
Η Μουρασάκι εισήλθε στην υπηρεσία της αυτοκράτειρας Τζοτόμον'ιν (上東門院, 988-1074, γνωστή και ως Φουτζιβάρα νο Σόσι, κόρη του Μιτσινάγκα) την 29η ημέρα του 12ου μήνα του δεύτερου έτους Κανκό (寛弘二).
Αυτό ήταν φυσικά μεγάλη τιμή, ωστόσο η Μουρασάκι πήγε απρόθυμα στην αυλή και μετά από μικρό διάστημα επέστρεψε στο σπίτι της καθώς η ζωή στην αυλή ήταν διαφορετική από την εικόνα που είχε αποκτήσει από αφηγήσεις. Οι άνθρωποι της αυλής ήταν κριτικά διακείμενοι απέναντί της και ισχυρίζονταν επιπλέον πως ο πατέρας της ήταν αυτός που σκέφτηκε τη δράση του Γκέντζι Μονογκατάρι και πως η Μουρασάκι απλά την κατέγραψε και τη διάνθισε. Παρόλο που οι άλλοι αυλικοί τη μισούσαν, τη μείωναν και την πλήγωναν, παρέμεινε στην αυλή με την παράκληση της αυτοκράτειρας ως κυρία της αυλής στην υπηρεσία της. Ο αυτοκράτορας Ιτσιτζό (一条天皇, 980-1011) επίσης την υποστήριξε και τη θεωρούσε τόσο ευφυή ώστε να δηλώσει πως η Μουρασάκι έχει διαβάσει το Νιχόνγκι, ένα από τα δύο αρχαία έργα της ιαπωνικής ιστορίας, γραμμένο σε κλασσικά κινεζικά. Η ιδιαιτερότητα ήταν πως οι γυναίκες της εποχής δεν μπορούσαν να διαβάσου και να γράψουν κινεζικά αλλά χρησιμοποιούσαν τη λεγόμενη γραφή γυναικών (όνα-ντε).
Υπήρχε και άλλη μια αυλική για την οποία ήταν γνωστό ότι μπορούσε να χειριστεί την κινεζική γραφή, η Σέι Σόναγκον (清少納言, 966; - 1025;), συγγραφέας του Μακούρα νο Σόσι (枕草子, Βιβλίο του μαξιλαριού), η οποία ήταν εξοικειωμένη με την αυλική ζωή, ήταν προκλητική και γεμάτη αυτοπεποίθηση. Η Σέι Σόναγκον διέσυρε το σύζυγο της μικρής ετεροθαλής αδερφής της Μουρασάκι επειδή αυτός, ως υπάλληλος της αυλής, είχε συντάξει ένα κείμενο με ιδιαίτερη δυσανάγνωστη γραφή. Επίσης κακολογούσε τον αποθανόντα σύζυγο της Φουτζιβάρα Νομπουτάκα. Η Μουρασάκι, η οποία μάλλον υπερτερούσε στην ευχέρειά της στα κινεζικά, είχε σουφρώσει τη μύτη και στο ημερολόγιό της ποτέ δεν αναφέρθηκε ευνοϊκά για αυτή.
Ένας άλλος λόγος για την αμοιβαία αντιπάθεια ήταν πως υπηρετούσαν στην ακολουθία διαφορετικών αυτοκράτειρων. Η πρώτη και έτσι η τυπικά ιεραρχικά ανώτερη σύζυγος του Ιτσιτζό ήταν η αυτοκράτειρα Σαντάκο (ή Τεϊσι, 定子, 977-1000) στις οποίας την ακολουθία ανήκε η Σέι Σόναγκον. Εκείνη την εποχή όμως η εξουσία ήταν στα χέρια των Φουτζιβάρα και κυρίως του Φουτζιβάρα Μιτσινάγκα. Όταν κατάφερε να κάνει την κόρη του αυτοκράτειρα εξασφάλισε ότι αυτή θα ήταν που θα ήταν ιεραρχικά ανώτερη. Αυτό ήταν ένα βαρύ χτύπημα για την αυτοκράτειρα Σαντάκο και την ακολουθία της και έτσι δεν ήταν ευνοϊκά διακείμενοι απέναντι στη νέα αυτοκράτειρα και την ακολουθία της.
Η Μουρασάκι επένδυσε πολύ χρόνο στη συγγραφή του Γκέντζι Μονογκατάρι αλλά ταυτόχρονα έπρεπε να ανταπεξέλθει και στις υποχρεώσεις της στην αυλή. Έπρεπε να μάθει να παίζει το Κότο, να εξασκείται στην καλλιγραφία και να διασκεδάζει την αυτοκράτειρα. Εισήγαγε την αυτοκράτειρα όχι μόνο στα έργα που συνιστούσαν οι υπουργοί και ο αυτοκράτορας, αλλά κρυφά και συλλογές ποιημάτων, όπου η Μουρασάκι έβλεπε τη δυνατότητα να διαμορφώσει από την αυτοκράτειρα μια γυναίκα με υψηλές ηθικές προσδοκίες, πράγμα το οποίο ενέκρινε ο πατέρας της, Μιτσινάγκα. Το φθινόπωρο του 1008 άρχισε να συγγράφει το Μουρασάκι Σικίμπου νίκι (紫式部日記), το οποίο περιέγραφε τη ζωή στην αυλή και αναφερόταν στη χρονική περίοδο πριν και μετά τη γέννηση του πρίγκηπα του στέμματος Ατσουχίρα (敦成親王, αργότερα γνωστός με το όνομα Γκο-Ιτσιτζό Τενό (後一条天皇, 1008-1036). Στο ημερολόγιό της έγραφε, μέχρι την ολοκλήρωση του έργου, τις σκέψεις της για εκδηλώσεις, γεγονότα και τη γνώμη της για τις άλλες κυρίες της αυλής.
Πιθανόν η Μουρασάκι να έφυγε για κάποιο διάστημα από την αυλή το 1011, καθώς έπρεπε να αντιμετωπίσει το θάνατο του αγαπημένου της αδερφού Νομπουνόρι. Το πότε επέστρεψε στην αυλή και το πως διαμορφώθηκε η ζωή της από τότε έως το θάνατό της δεν έχει αποσαφηνιστεί.
Το έτος θανάτου της Μουρασάκι είναι άγνωστο και εικάζεται πως ήταν το 1014 (Τσόβα 長和 3), το 1016 (Τσόβα 5) ή το 1025 (Μάντζου 万寿 2). Πιθανότερο είναι το 1016, μιας και ο πατέρας της έγινε μέλος σε ένα βουδιστικό μοναστήρι το ίδιο έτος, ίσως λόγω του πένθους του για το θάνατο της Μουρασάκι και του αδερφού της.
Ο τάφος της Μουρασάκι Σικίμπου υποτίθεται πως βρίσκεται νότια του Μπιακουγκό-ιν, ενός μοναστηριού ουρίν-ιν του Κιότο και δυτικά του τάφου του Τακαμούρα νο Όνο (篁小野, αυλικός, ποιητής και λόγιος, 802–853).

Η Μουρασάκι θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα της ιαπωνικής λογοτεχνίας. Σε όλη την Ιαπωνία έχουν τοποθετηθεί αγάλματα προς τιμή της και τα έργα της είναι σημαντικό κομμάτι της ιαπωνικής παιδείας. Το χαρτονόμισμα των 2000 γιέν που εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2000 αναπαριστά στην πίσω πλευρά μια σκηνή από το Γκέντζι Μονογκατάρι και κάτω δεξιά τη Μουρασάκι Σικίμπου.

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ : Σιντοϊσμός


Πρόκειται για την εθνική θρησκεία των Ιαπώνων. Όπως δηλώνει και το ιαπωνικό όνομά του (Σίντο = η οδός των θεών), ο Σιντοϊσμός είναι μια πολυθεϊστική θρησκεία. Λατρεύει δηλαδή ένα πλήθος θεοτήτων που ονομάζονται "Κάμι" . Υπάρχουν έτσι θεότητες της θάλασσας, των βουνών, του κεραυνού, του ήλιου, της σελήνης, της γης, του ανέμου, των δέντρων, κτλ. Πολλά από τα χαρακτηριστικά της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, όπως η ισαριθμία επιμέρους πραγματικοτήτων του κόσμου και θεοτήτων, η ύπαρξη διαμέσων (Σαμάνων), κτλ, ισχύουν και για τον Σαντοϊσμό. Ο Σαντοϊσμός πήρε στης διάρκεια της ιστορίας του κι έχει και τώρα πολλές μορφές. Η πρώτη από αυτές υπήρξε η συστηματοποίηση των θεοτήτων του υπό τη θεά του ήλιου "Αματεράσου". Η θεά αυτή είναι η προγονική θεότητα του ιαπωνικού αυτοκρατορικού οίκου, ο οποίος γύρω στα τέλη του 7ου αι. μ.Χ. , κατόρθωσε να κυριαρχήσει στη χώρα κι έτσι να επιβάλει αυτή τη θεότητα ως κυριότερη. Σύμφωνα με τον προγονικό μύθο του αυτοκρατορικού οίκου, η Αματεράσου έστειλε τον εγγονό της από τον ουρανό στην Ιαπωνία με εντολή να την κυβερνήσει. Οι απόγονοί του, οι αυτοκράτορες, έλκουν το αξίωμά τους, αλλά και τη θεία ιδιότητα που , ως το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, πιστευόταν οτι έχουν, από αυτή την εντολή. Αυτός ο μύθος αποτελεί την κεντρική διήγηση των αρχαίων χρονικών Κοτζίκι (712 μ.Χ.) και Νιχόν-σόκι (720 μ.Χ.) . Τα χρονικά αυτά περιέχουν, επίσης, μεγάλο μέρος της ιαπωνικής μυθολογίας, δηλαδή των διηγήσεων για της σαντοϊστικές θεότητες. Γι' αυτό το λόγο αποτελούν δύο από τα βασικά βιβλία του Σαντοϊσμού. Άλλες μορφές του Σίντο είναι εκείνες που προήλθαν από διάφορους συνδυασμούς του με τον Βουδδισμό και με τον Κουμφουκιανισμό. Σήμερα υπάρχει κυρίως υπό τη μορφή 1) του "Σίντο των Ναών" , δηλαδή των παραδοσιακών κέντρων λατρείας των θεοτήτων , 2) του "Αυτοκρατορικού Σίντο" , δηλαδή της λατρείας εκ μέρους της αυτοκρατορικής οικογένειας των προγόνων της που φθάνουν ως την Αματεράσου , 3) του "Σίντο των Σχολών", δηλαδή σεκτών που συγγενεύουν με το Σίντο , και 4) του "Λαϊκού Σίντο" , δηλαδή των λαϊκών σιντοϊστικών πρακτικών.

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

Katsushika Hokusai / 葛飾北斎


Λίγα βιογραφικά στοιχεία :


Ο Katsushika Hokusai γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1760 στο Έντο, το σημερινό Τόκυο, στην Ιαπωνία και πέθανε τον Μάιο του 1849 στην ίδια χώρα. Ανήκει στους καλλιτέχνες της περιόδου Έντο. Το πραγματικό του όνομα ήταν Tokitarō, όμως συνήθιζε να υιοθετεί μία πληθώρα ονομάτων ανά περίοδο, βάσιν της καλλιτεχνικής του ενασχόλησης εκείνη την εποχή. Ασχολήθηκε με την ζωγραφική, το πασίγνωστο είδος ξυλογραφίας Okiyoe και την σκιτσογραφία.


Το έργο του :


Τα έργα του ακολουθούν τη συνήθη θεματογραφία των ιαπωνικών καλλιτεχνημάτων Επικεντρώνουν στη φύση, κι ενίοτε, σε μία αλληγορική όψη του ανθρώπου. Όσον αφορά τη ζωγραφική του, ο Hokusai ανήκει στη σχολή της Okiyoe και είναι δημιουργός μερικών εκ των πιο δημοφιλών έργων ανατολικής τεχνοτροπίας στη Δύση, όπως το 神奈川沖浪裏, "Το Μεγάλο Κύμα έξω από την Καναγκάουα", ή το 蛸と海女の図 , "Το Όνειρο της Γυναίκας του Ψαρά", που κατά λέξη από τα ιαπωνικά μεταφράζεται ως "Η Φιγούρα του Χταποδιού και η Γυναίκα Εκείνου που Εισχωρεί στη Θάλασσα". Η ζωγραφική του K. Hokusai δεν ξεφεύγει απο τα καθιερωμένα πρότυπα. Πλην αυτού, εμφανής είναι η τάση του καλλιτέχνη να στρέφεται προς το υγρό στοιχείο, απεικονίζοντας πολλές φορές τη θάλασσα στα έργα του. Όσον αφορά τη χαρακτική του σε ξύλο, υπόκειται επίσης στο ρεύμα της Okiyoe. Για κάποιο χρονικό διάστημα, ασχολήθηκε με την δημιουργία των Bijinga (美人画) , που κατα λέξη είναι οι "Όμορφες Εικόνες". Τα Bijinga είναι ένα παρακλάδι των ξυλόγλυπτων της okiyoe, κατά τα οποία υπάρχουν μόνο οι απεικονίσεις όμορφων, νεαρών γυναικών, οι οποίες φορούν κιμονό (着物).



Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

ΙΑΠΩΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ι. : Haiku

Ιστορική αναφορά :

Haiku ή Hai-kai : Το haiku, γεννήθηκε στην Ιαπωνία με πρωταρχική ονομασία τον όρο hokku. Στην αρχή αποτελούσε κομμάτι των προγενέστερων ειδών, όπως το waga ή tanka (5 στίχων) , ενώ τον 13ο αιώνα, αποκόπηκε , εμφανιζόμενο πλέον ως μεμονωμένο είδος (3 στίχων) . Έως τον 16ο αιώνα, το haiku είχε πάρει την, γνωστή σε όλους σήμερα ,τελική του μορφή , διδασκόμενο ως ποιητικό είδος των τριών στίχων και των δεκαεπτά συλλαβών. Η διδαχή του haiku εκτελούνταν στις σχολές μεγάλων Ιαπώνων ποιητών , όπως εκείνη του Ματσούο Μπασό, ενός εκ των επιφανέστερων ποιητών της περιόδου Edo, καθώς και του Γ. Μπουσόν , ή του Κ. Ίσσα. Αργότερα, μετά την επίδραση του Μασαόκα Σίκι, ο οποίος απο τα τέλη του 19ου καθιέρωσε τον όρο haiku, δημιουργήθηκαν τα πρώτα δύο ποιητικά ρεύματα. Εμπνευστές ήταν δύο εκ των μαθητών του προαναφερθέντα, Τ. Κυόσι και Κ. Χεκιγκοτό. Μέσω των δύο αυτών ρευμάτων, ξεκίνησε μία αναδιαμόρφωση του haiku, όσον αφορά τη φόρμα των συλλαβών και το θεματικό περιεχόμενο. Στις αρχές του 20ου αιώνα,το haiku άρχισε να γίνεται αρκετά προσφιλές στους ανθρώπους του δυτικού κόσμου οι οποίοι θέλησαν να το καθιερώσουν ως παγκόσμιο ποιητικό πρότυπο, όπως ήταν για παράδειγμα το σονέτο ή η μπαλάντα. Το haiku εισήχθη στη δύση το 1900, ενώ απο το 1904 ξεκίνησε η δημοσίευσή του σε έντυπα και περιοδικά. Ιστορικές μελέτες αναφέρουν το έτος 1925, ως χρονιά επίσημης εισόδου του haiku στην Ελλάδα. Ο επιφανέστερος Έλληνας ποιητής που έγραψε πρώτος haiku, ήταν ο Γ. Σεφέρης, ενώ θεωρείται εισηγητής του είδους στον Ελλαδικό χώρο.


Ποιητική φόρμα :

Το haiku, αποτελείται απο τρεις στίχους, συνολικά δεκαεπτά συλλαβών. Συγκεκριμένα, ο πρώτος στίχος αποτελείται απο πέντε συλλαβές, ο δεύτερος απο επτά, και ο τρίτος επίσης απο πέντε. Στην αρχή της δημιουργίας του, όπως προαναφέρθηκε αποτελούσε κομμάτι ενός tanka. Εκείνη την εποχή, ο αριθμός των συλλαβών ήταν , κατά κύριο λόγο, παρόμοιος με τον σημερινό. Η διαφορά υπήρχε στη σύμπτυξη του haiku με ένα δίστιχο δεκατεσσάρων συλλαβών, επτά δηλαδή συλλαβές έκαστος. Μετά την καθιέρωση του haiku ως πρότυπο τρίστιχου, οι συλλαβές διαμορφώθηκαν στις γνωστές 5-7-5.


Θεματολογία :

Το σύμπλεγμα 俳句, στα ιαπωνικά, που σημαίνει haiku, αποτελείται απο δύο λέξεις. 俳 , σημαίνει "τέχνη", ενώ 句 σημαίνει "φράση" ή στίχος, εφόσον αναφερόμαστε σε ποίημα. Ένα haiku λοιπόν, υπηρετεί τον όρο "τέχνη για τη τέχνη" . Τέχνη , δηλαδή, κατά την οποία δεν εκφράζονται κάποιες απόψεις, ενώ ο ποιητής-καλλιτέχνης δεν ενδιαφέρεται να περάσει κάποιο νόημα μέσα από το έργο του. Αντιθέτως, ο σκοπός του δημιουργού είναι να παρουσιάσει ένα απλά καλαίσθητο αποτέλεσμα, την υπέρτατη ομορφιά. Έτσι λοιπόν, ένα haiku, αντιπροσωπεύει τον λυρικό ρυθμό, ο οποίος πηγάζει απο την ανάγκη του ποιητή να αποτυπώσει στη γραφή του την ομορφιά, όπως γίνεται αντιληπτή μέσα απο τις ανθρώπινες αισθήσεις. Η θεματολογία τόσο του haiku, όσο και των άλλων ποιητικών ειδών στην ευρύτερη ιστορία της ιαπωνικής ποίησης, κυμαίνεται μεταξύ της φύσης και των συναισθημάτων. Το περιβάλλον αποτελεί τη κύρια πηγή έμπνευσης. Τα στοιχεία της φύσης, οι εποχές, η χλωρίδα και η πανίδα ενός τόπου, τα χρώματα του χώρου, η νύχτα και η μέρα, καθώς και πολλά άλλα, έρχονται στο προσκήνιο, προσφέροντας στον ποιητή τη δυνατότητα να μεταφέρει στα έργα του, τα συναισθήματα που του δημιουργεί η ωραιότητά τους. Λόγω αυτού, όσο κι αν φαντάζει παράδοξο, το haiku δεν είναι μία "εύκολη" μορφή ποίησης. Τα συναισθήματα είναι κάτι το φαινομενικά απερίγραπτο, και άρα εξαιρετικά δύσκολο να περασθεί μέσω ενός κανονικού ποιήματος, χωρίς συγκεκριμένο αριθμό συλλαβών και στίχων, όπως ορίζει το δυτικό πνεύμα της λογοτεχνίας. Πόσο μάλλον, όταν ο ποιητής καλείται να "χωρέσει", ουσιαστικά, την απεραντοσύνη ενός ποιήματος, μέσα στα στενά πλαίσια ενός haiku.


Η αυθεντική μορφή ενός ιαπωνικού ποίηματος :

Παρά το γεγονός του οτι, μετά την διάδοση του haiku στη δύση, το αυθεντικό ανατολικό ύφος "νοθεύτηκε" με την τάση των δυτικών να συνδέουν πάντοτε τη ποίηση με τον συμβολισμό και γενικά τη θέληση να περασθεί ένα βαθύτερο νόημα, ένα πραγματικό haiku, που ακολουθεί πιστά τον παραδοσιακό τρόπο γραφής, έχει καθαρά λυρικό περιεχόμενο. Βάσιν αυτού του γεγονότος, ίσως είναι λάθος να θεωρείται haiku ένα οποιοδήποτε τρίστιχο που μιμείται τη φόρμα των συλλαβών ενός πραγματικού haiku. Στη πραγματικότητα, ακόμη κι αν υιοθετείται αναλλοίωτη η θεματολογία της αυθεντικής ιαπωνικής ποίησης , ακόμη και τότε το ποίημα που θα προκύψει δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό haiku. Αυτό, λόγω των δύο παρακάτω γεγονότων : 1) το haiku, το tanka, το senryū, και οποιοδήποτε άλλο είδος , αποτελούν υποδιαιρέσεις του όρου "Waka" . Ο όρος αυτός , που στα ιαπωνικά αποτελεί το σύμπλεγμα 和歌, σημαίνει "ποίηση" . Η μετάφραση όμως αυτή, είναι αρκετά παραποιημένη απο το πέρασμα των χρόνων, και τόσο ελεύθερη σε σημείο που η ανακρίβεια ίσως αλλοιώνει κατά πολύ το πραγματικό νόημα. Ως σύμπλεγμα , 和 歌 , ο όρος waka μεταφράζεται ως "ιαπωνική ωδή". Ο όρος αργότερα διαμορφώθηκε σε "ιαπωνικό ποίημα" και τέλος, στον όρο "ποίηση" , ο οποίος φυσικά δεν χρησιμοποιείται ως παγκόσμιος όρος, αλλά εκφράζει μονάχα τα είδη που ανήκουν καθαρά στην ιαπωνική λογοτεχνία. Ως μεμονωμένες όμως λέξεις, η λέξη 和 , σημαίνει "αρμονία" , ενώ η λέξη 歌 σημαίνει "τραγούδι". Άρα "Waka" είναι κατά γράμμα "το αρμονικό τραγούδι". Όταν λοιπόν, η ευρύτερη έννοια της ιαπωνικής ποίησης σημαίνει ουσιαστικά "αρμονία" τότε ο δυτικοποιημένος τρόπος σκέψης , ο οποίος , καλώς ή κακώς, θεωρεί τη ποίηση ως μέσο λύτρωσης της ανθρώπινης ψυχής απο συναισθήματα που τη βαραίνουν, δεν έχει κανένα κοινό σημείο με τις ανατολικές τάσεις. Ενώ 2) επιπλέον ο όρος waka, αστειευόμενοι μπορούμε να θεωρήσουμε οτι αποτελεί το "copyright" των ποιημάτων που είναι γραμμένα καθαρά απο Ιάπωνες ποιητές, και μάλιστα στην ιαπωνική γλώσσα. Αυτό , διότι πρόκειται για έναν όρο που επινοήθηκε κατά την περίοδο Heian , για να διαχωρίσει τον όρο waka από τον όρο kanshi , ο οποίος σήμαινε "κινέζικα ποιήματα" . Επειδή ήταν σύνηθες στην εποχή να γράφονται ποιήματα σε κινεζικές διαλέκτους, απο Ιάπωνες ποιητές. Οπότε λοιπόν, όταν ένα ποίημα εμπεριέχεται στο Waka, τότε για να θεωρείται αυθεντικό , θα πρέπει να είναι γραμμένο στην ιαπωνική γλώσσα, απο Ιάπωνα δημιουργό. Κάτι το οποίο είναι πρακτικά αδύνατο για κάποιον Ευρωπαίο , για παράδειγμα, ο οποίος επιχειρεί να γράψει haiku.